
Μετά τη ΔΟΣΙΛΟΓΙΑΔΑ
ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν
……………..
ΡΑΨΩΔΙΑ Ω
Ματάκια μου πότε θα ’ρθεις; Και πότε θα γυρίσεις;
Είκοσι έτη σε θωρώ, στον ύπνο μου μονάχα
Δέκα απ’ αυτά στον πόλεμο, κομματικών γραφείων
Και άλλα δέκα στο νερό, έγλυφες τους δελφίνους
Και τώρα που’σαι ζήτουλας, με άφησες μονάχη!!!
Όταν με τα μαλλάκια μου, σου σκούπιζα τα σάλια
Τότε γλυκά με κοίταζες, όσο λεφτάς κι αν ήσουν
Γύρνα λατρεία μου κοντά , γύρνα πάλι σε μένα
Γιατί ποτέ δε στήθηκα σε ξένο χωρίς ρούχα
Γυμνή κανείς δεν θώρησε, το σφριγηλό κορμί μου
Μόνο εσύ αγάπη μου που δεν μιλάς καθόλου
Έλεγε η Πενέλοπε – όχι η Κρουζ – κι έκλαιγε με πόνο.