Παρασκευή βράδυ περίπου δώδεκα τα μεσάνυχτα. Η μητέρα μου πέφτει κάτω με ισχυρούς πόνους στο μέρος της κοιλιάς. Σηκώνω το τηλέφωνο και σχηματίζω το 166. Μαθαίνω πως εφημερεύει το ΑΧΕΠΑ και ξεκινώ.
Την παίρνουν αμέσως μέσα για εξετάσεις κι εγώ παρέα με τον δεκάχρονο γιό μου, που επέμενε να έρθει μαζί μας, καθόμαστε σε ένα από τα παγκάκια του διαδρόμου. Ο κόσμος δεν είναι πολύς. Και όλοι νυσταγμένοι ταλαιπωρημένοι και κανείς όρεξη για κουβέντα. Τέτοιες ώρες σε τέτοιο μέρος τι όρεξη μπορείς να έχεις. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να φύγεις από κει όσο πιο ανώδυνα γίνεται και όσο πιο γρήγορα μπορείς.
Μυρουδιές περίεργες, αποκρουστικές πλημμυρίζουν την ατμόσφαιρα και όλα σου φαίνονται σαν να έχουν μικρόβια, αρρώστια. Νοσοκόμοι, γιατροί με άσπρες,πράσινες και μπλε στολές με ακουστικά γύρω απ’ τον λαιμό πηγαίνουν πέρα δώθε από την μια πόρτα στην άλλη, και είναι πολλές. Πάρα πολλές. Και συ εκεί, να γίνεσαι μάρτυρας της αγωνίας ανθρώπων με επείγοντα περιστατικά.